- ἀποστεγνώσομεν
- ἀποστεγνόωcover closeaor subj act 1st pl (epic)ἀποστεγνόωcover closefut ind act 1st plἀ̱ποστεγνώσομεν , ἀποστεγνόωcover closefutperf ind act 1st pl (doric aeolic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.